40

Τα πρώτα 40 χρόνια δεν ήταν κι άσχημα. Ξεκίνησαν, κάπως προβληματικά, μια ζεστή Πέμπτη τον Ιούνιο του 1967. Οι μέρες είχαν περάσει και δεν έβγαινα. Αποφασίστηκε καισαρική αλλά ο μαιευτήρας ήταν στη Μητρόπολη για τη Δοξολογία υπέρ του διαδόχου (ανήμερα Πέτρου και Παύλου γαρ). Γεννήθηκα με σοβαρή αφυδάτωση η οποία, σύμφωνα με τη γιαγιά μου, απείλησε τη ζωή μου. Αντιμετωπίστηκε όμως.

Από τη Δράμα του 1967 στο Σικάγο του 2007 το ταξίδι είναι γοητευτικό. Έζησα 18 χρόνια στη Δράμα, 4.5 στα Ιωάννινα, 2 στο Ohio, 5 στο Colorado, και τα υπόλοιπα στο Σικάγο. Με φουρτούνες και μπουνάτσες το ταξίδι αυτό συνεχίζεται και παραμένει άγνωστος ο επόμενος προορισμός.

Γύρω στα 12-14 έκανα τέσσερεις φίλους με τους οποίους έχω δεθεί για μια ζωή: Δημήτρη Κάζη, Εύα Κωσταντινίδου, Μπάμπη Χατζημιχαήλ, Άννα Ταυρίδου. Αυτές οι πρώτες φιλίες ήταν καθοριστικές για μένα. Οι φίλοι αυτοί με γνωρίζουν εδώ και 28 χρόνια πια. Αν ξεχάσω ποτέ ποιός είμαι δεν έχω παρά να βρώ αυτούς τους ανθρώπους.

Στη συνέχεια έκανα μερικές ακόμη βαθιές φιλίες: Κώστα Χασάπη, Περικλή Κωνσταντινίδη, Περικλή Μήτκα, June Thompson, Tom Aurand, Mike O’Donnell, Mark Shacklette, Job Bogan, Brett Goldstein, Δημήτρη Βελένη.

Ως τα 20 μου ερωτεύτηκα δυνατά τρεις γυναίκες: Σύλβια, Γεωργία, Ελένη. Γι αυτές ένοιωσα την ανάγκη να γράψω ποίηση. Οι τρεις αυτές φιλίες κρατούν ως σήμερα.

Είμαι δύσκολος άνθρωπος. Ενοχλούμαι, συχνά, ακόμη κι από καταστάσεις τις οποίες δεν μπορώ να ελέγξω. Έχω πληγώσει ανθρώπους κι έχω πληγωθεί από άλλους. Έχω πει ψέμματα και μου έχουν πει ψέμματα. Κάνω κλικ αμέσως με ανθρώπους που έχουν κάτι να πουν, που ξέρουν πώς να το πουν, και που δεν φοβούνται να δείξουν τις ευαισθησίες τους (καλή ώρα ο Μάνος στην Αθήνα με τον οποίο πιάσαμε κουβέντα σα να γνωριζόμασταν από τα παλιά, κι ο Κωστής που μιλά σαν έφηβος παρά το δασύ κατάλευκο μουστάκι του και την Ιστορία που έχει γράψει).

Η ταυτότητα γράφει Χ.Ο. αλλά δεν πιστεύω. Στην εκκλησία πηγαίνω διεκπεραιωτικά τη Μ. Βδομάδα όπως άλλοι, απο συνήθεια, πηγαίνουν στα μαγαζιά να ακούσουν ζωντανή μουσική.

Δέθηκα με τους στίχους και τη μουσική του Δ. Σαββόπουλου από τα 15 μου.

Εχω ταξιδέψει πολύ και έχω φωτογραφήσει ακόμη περισσότερο.

Το 2000 γνώρισα τη Breeda McGrath και παντρευτήκαμε το 2004. Το πρώτο μας ραντεβού ήταν στο Webster Wine Bar, στα βόρεια του Σικάγο. Έφτασα λίγο πιο νωρίς. Στο χέρι μου φορούσα ένα κατακίτρινο ρολόι: κίτρινο λουρί, κίτρινη επιφάνεια, έκανε κρα! Παρόλ’ αυτά ξαναβγήκαμε. Κράτησε 3-4 μήνες. Ακολούθησε διάλυση για έναν χρόνο περίπου. Δεν ήμουν έτοιμος. Φοβόμουν. Είχα χρόνια να ερωτευτώ, να αισθανθώ τόσο ευάλλωτος. Η Breeda δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Ήταν ψαγμένη, ανεξάρτητη, και γνώριζε πολύ καλά τον εαυτό της. Μου πήρε κανένα χρόνο να συνειδητοποιήσω τι άνθρωπος ήταν. Όταν ξαναβρεθήκαμε το 2001 δεν είχα καμιά αμφιβολία και κανέναν ενδοιασμό, για πρώτη φορά στη ζωή μου. Ήξερα πως είχα βρεί τον άνθρωπό μου.

Πιστεύω πως τα σκυλιά είναι υπέροχα ζώα και τα λατρεύω. Μεγάλωσα με σκυλιά στο σπίτι. Δεν μπορώ να φανταστώ το σπίτι μου δίχως σκυλιά. Έχουμε δύο: τη Λάρα που την υιοθετήσαμε από κουτάβι όταν ήταν 7 βδομάδων, το 2003, και τον Όμπι που τον μαζέψαμε από το δρόμο το Πάσχα του 2006. Έχουμε μάθει να επικοινωνούμε: αυτά με τα κουνήματα της ουράς, των αυτιών, και του σώματός τους. Εμείς με την ένταση και τον τόνο της φωνής και με τα χέρια μας.

Φοβάμαι την Ελλάδα. Δηλαδή φοβάμαι τη συλλογικότητα που ανέχεται τις τσιμεντουπόλεις, που αδιαφορεί για την ασυδοσία της αστυνομίας, που δέχεται την κοροϊδία των πολιτικών εις βάρος της, που πιστεύει κάθε ματαιοδοξία περί ανωτερότητας της φυλής και του τόπου, που δεν σέβεται τα ατομικά δικαιώματα των άλλων, που παρασύρεται από τις κραυγές και τα κρωξίματα των μετρίων και των ημιμαθών, που θεωρεί τους ξένους κορόιδα, που δεν διαβάζει, δεν επιμορφώνεται, δεν ενημερώνεται, δεν έχει όραμα.

Η Ελλάδα που φοβάμαι είναι τα τριτοκοσμικά λιμάνια της, οι αδιάφοροι και αμέτοχοι αστυνομικοί, οι ασυνείδητοι οδηγοί, τα ταξιτζήδες της αρπαχτής, οι δήθεν της Πλ. Φιλικής Εταιρείας, και οι δήθεν του Μεγάρου, οι πολιτικοί και οι πολιτευτές, το παπαδαριό, το ακαδημαϊκό κατεστημένο που έχει αναδείξει Βέλτσους και Απέκηδες.

Την φοβάμαι την Ελλάδα όπου οι πολιτικοί συναγωνίζονται αλλήλους στα ευφυολογήματα και στα καρφιά, αποφεύγοντας την ουσία και τα προβλήματα που καλούνται να αντιμετωπίσουν. Φοβάμαι την Ελλάδα των μετρίων, όταν επισκέπτομαι τη Βουλή και γνωρίζω υψηλόβαθμο στέλεχος που δεν μπορεί να αρθρώσει μια καλησπέρα στα αγγλικά.

Φοβάμαι την Ελλάδα με τις εφημερίδες και τους δημοσιογράφους που σκοπίμως ανακατεύουν το reporting με το editorializing. Φοβάμαι την Ελλάδα της αυθαιρεσίας του δημοσίου υπαλλήλου που ερμηνεύει και εκτελεί το νόμο κατα το δοκούν. Φοβάμαι την Ελλάδα που σέρνει τους πολίτες της στις ουρές από τις 3 τα ξημερώματα για ένα ψωροδιαβατήριο ή μια ταυτότητα που αντανακλά, στη μιζέρια της, τη μιζέρια ολάκερης της πολιτείας.

Στα 40 μου φοβάμαι τον τόπο μου, ντρέπομαι για τον τόπο μου.

Στις εφημερίδες διαβάζω πια με ευχαρίστηση μόνο τον Μαρωνίτη που τόσα χρόνια είναι προσηλωμένος σ’ αυτό που πιστεύει και γνωρίζει, τον Πετρουλάκη που σκιτσογραφεί με το ίδιο πάθος και κριτικό βλέμα εδώ και 20 χρόνια, και τον Μανδραβέλη που γράφει με ξεκάθαρη ματιά. Ο Κυρ, ο Γιάννης Μαρίνος, ο Στάθης, κι άλλοι που κάποτε διάβαζα, δεν άντεξαν τη δοκιμασία του χρόνου. Φάνηκε πόσο ρηχό είναι το ταλέντο τους, πόσο επιφανειακή η παιδεία τους, πόσο κίβδηλες οι αρχές τους.

Πέρα από τους φόβους και τις ανησυχίες πάντως τα πρώτα 40 χρόνια κύλησαν ωραία. Τα φχαριστήθηκα κι ούτε μια στιγμή δεν ένοιωσα πως ο χρόνος πέρασε γρήγορα. Την περασμένη βδομάδα μόνο, όταν ξαναντάμωσα τον Κώστα Χασάπη για πρώτη φορά έπειτα από 18 χρόνια, και πιάσαμε την κουβεντούλα μας σα να την είχαμε αφήσει την προηγούμενη μέρα, αισθάνθηκα πως ο χρόνος τελικά μετράει την ένταση της φιλίας. Όταν δένεσαι με κάποιον άνθρωπο ο χρόνος σταματά, ή μάλλον, περνάτε σε μια νέα διάσταση όπου η κλίμακα του χρόνου καθορίζεται από την ίδια τη φιλία.

Πέρασα ωραία τα πρώτα 40 χρόνια γιατί έκανα καλούς φίλους, άφησα τα αισθήματά μου ελεύθερα, πληγώθηκα έντονα, γλυκάθηκα έντονα, ταξίδεψα, γεύτηκα, αγάπησα και πάνω απ’ όλα αγαπήθηκα από μοναδικούς ανθρώπους.

Στην πορεία υπήρξαν απώλειες: ο θείος Άρης, ο ετεροθαλής αδελφός της μητέρας μου, ο οποίος είχε ένα σπάνιο ήθος, χάθηκε πρόωρα το 1988. Μετά ήρθε η σειρά της μητέρας μου το 1995. Και το 2001 έδωσε τέλος στη ζωή του ο αδερφός μου (ακόμη δεν το χωράει ο νους μου πως αυτοκτόνησε).

Αυτές οι απώλειες όμως είναι που σημαδεύουν τη ζωή μας και μας κάνουν να βιώνουμε κάθε μέρα ακόμη πιο συνειδητά. Ίσως γι αυτό τα πρώτα 40 χρόνια να ήταν τόσο όμορφα, τώρα που κάνω τη σούμα. Πραγματικά,
μ’ αεροπλάνα και βαπόρια,
και με τους φίλους τους παλιούς …

Share