Αγαπημένο ποίημα

Ανταποκρίνομαι στην πρόσκληση του τσοκ-τσοκ, που μόλις την είδα, να δηλώσω το αγαπημένο μου ποίημα (δες που θα γίνω δηλωσίας για χάρη ενός ΚΝΙτη!)

Πρόκειται για δύσκολη επιλογή. Το αγαπημένο μου ποίημα είναι τα εξής τρία: Η Ηλικία της Γλαυκής Θύμησης του Οδυσσέα Ελύτη, οι Αργοναύτες του Γιώργου Σεφέρη, και το Ζεϊμπέκικο του Διονύση Σαββόπουλου. Τα ποιήματα αυτά αντανακλούν τις πιο βαθιές ευαισθησίες μου. Κι εξηγούμαι:

Περάσαν τα χρόνια, φύλλα ή βότσαλα
Θυμάμαι τα παιδόπουλα, τους ναύτες που έφευγαν

Οι σύντροφοι τέλειωσαν με τη σειρά,
με χαμηλωμένα μάτια. Τα κουπιά τους
δείχνουν το μέρος που κοιμούνται στ’ ακρογιάλι.

Κανείς δεν τους θυμάται. Δικαιοσύνη.

κι οι πόθοι τους ακολουθούνε
υπόγεια διαδρομή.

Στα ποιήματα αυτά αναδεικνύονται η πορεία και στάση ζωής ως στοιχεία των αναμνήσεων και των δεσμών μας. Κεντρικό χαρακτηριστικό είναι η πίστη σε κάποιες ιδέες και σε κάποιον σκοπό. Ο έρωτας (στον Ελύτη), η φιλία και συντροφικότητα (στον Σεφέρη), και η αγάπη (στον Σαββόπουλο).

Στο ποίημα του Σαββόπουλου υπάρχει και η πίστη, ως δοξασία και προσευχή σχεδόν, που καταγράφεται με τη δεύτερη φωνή:

Ιπτάμενη παρθένα, κανόνα στους εσπερινούς
του Θεού η φωνή γυρίζει/στο μυαλό μας
κι όμως εσύ, κι όμως εσύ δεν μας ακούς
σε υμνούμε
μες στις υπόγειες στοές, με όρκους και γητιές
ώσπου οι τροχιές μας συναντάνε/τις βασικές σου τις αρχές

Απρόσιτη μητέρα/μορφή από χώμα κι ουρανό
θα χαθώ απ’ τα μάτια σου τα δυο
μες στον κόσμο/σαν πρόσφυγας
σ’ ένα κατώι μυστικό
αγαπούνε
τρώνε βρώμικο ψωμί, του λόγου σου οι πιστοί
κι οι πόθοι τους ακολουθούνε/ υπόγεια διαδρομή

Θεόρατη γυναίκα/στον ουρανό που κυβερνάς
ήλιους και/ και φεγγάρια ηλεκτρικά
με κρατούσες/και φεύγαμε
και πίσω τρέχανε σκυλιά
σαν τον Μάρκο
δώσ’ μου τη λόγχη που κεντά, χρυσή λαβωματιά
να τιναχτεί σαν μαύρο πνεύμα/η τρομερή μας η λαλιά

Από την υπόγεια ταβέρνα μεσ’ σε καπνούς και σε βρισιές του Βάρναλη ο Σαββόπουλος μας μεταφέρει σε υπόγειες στοές με όρκους και γητιές, όπου μαζί με τους παλιούς φίλους μοιραζόμαστε, εν είδη μυστικού δείπνου, το βρώμικο ψωμί της πραγματικής αγάπης. Παραμερίζοντας τις χριστιανικές επιρροές του ποίηματος (λόγχη που κεντά χρυσή λαβωματιά, κ.ά.) μένει κανείς με το ιδεώδες της φιλίας και της αγάπης.

Μέσα στον χώρο αυτό (φιλία-αγάπη) τα προγενέστερα ποιήματα των Σεφέρη και Ελύτη βρίσκουν μια προνομιακή θέση. Στις αναμνήσεις της αγάπης-έρωτα ο Ελύτης, στις μνήμες της φιλίας-συντροφικότητας ο Σεφέρης: έτσι ο αρχικός χώρος διαστέλλεται (ξεσπώντας! και) περικλείοντας τις μνήμες που τελικά καθορίζουν την πορεία και την στάση (ή στάσεις) της ζωής μας.

Στο τέλος:

Τώρα θα ‘χω σιμά μου ένα λαγήνι αθάνατο νερό

Οι ψυχές τους έγιναν ένα με τα κουπιά της πλώρης

να τιναχτεί σα μαύρο πνεύμα
η τρομερή μας η λαλιά

Στο τέλος έρχεται η δικαίωση. Ως μνήμη και δικαιοσύνη και ως πνεύμα λαλίστατο. Στο τέλος, δηλαδή, το παράπονο του δικαιωμένου.

Τα τρία ποίηματα μπορείτε να τα βρείτε εδώ:

Ηλικία της Γλαυκής Θύμησης
Αργοναύτες
Ζεϊμπέκικο

Υπάρχει κι ένα τέταρτο ποίημα που με συγκλονίζει. Αλλά για το Νικόλα Καλαμάρη θα γράψω άλλη φορά.

Share
  • Είδες τελικά πώς καταλήγουν τα πράγματα; ;-). Αν στο’ λεγε κανείς ότι ποιητικώς/καλλιτεχνικώς θα πας από Κνίτη πριν μερικά χρόνια … ;-).

    Να σου πω την αλήθεια, περίμενα μία τέτοια ανάλυση από σένα … είχα προαίσθημα!

    Οι αργοναύτες είναι πολύ όμορφο ποιήμα, και όπως λες κι εσύ, η ανάδειξη της συτροφικότητας γίνεται με πολύ όμορφο τρόπο, σύντροφε λ:ηρ! …. :D.

  • Είδες τελικά πώς καταλήγουν τα πράγματα; ;-). Αν στο’ λεγε κανείς ότι ποιητικώς/καλλιτεχνικώς θα πας από Κνίτη πριν μερικά χρόνια … ;-).

    Να σου πω την αλήθεια, περίμενα μία τέτοια ανάλυση από σένα … είχα προαίσθημα!

    Οι αργοναύτες είναι πολύ όμορφο ποιήμα, και όπως λες κι εσύ, η ανάδειξη της συτροφικότητας γίνεται με πολύ όμορφο τρόπο, σύντροφε λ:ηρ! …. :D.