Το διασυνδεδεμένο αφήγημα της Ελληνικής Κουζίνας

Χτες, η διαδικτυακή εφημερίδα Huffington Post δημοσίευσε ένα κείμενο που περιγράφει 16 διατροφικούς λόγους για τους οποίους οι Έλληνες ζουν καλύτερη ζωή. Μεταξύ των λόγων αυτών, το κείμενο παραθέτει το γιαούρτι, το μέλι, τη χωριάτικη σαλάτα, και τους λουκουμάδες.

Βρήκα όμως πολύ ενδιαφέροντα τα σχόλια ενός συγκεκριμένου χρήστη:

‘Halloumi’ is a cheese of Cyprus, Egypt and the Levant. ‘Halloum’ is an Arabic word meaning ‘indugence’, (as in a ‘rich treat’), written thusly: حلوم .

Greeks didn’t ‘invent’ strained yoghurt, but marketed it successfully in the west as ‘Greek’. ‘Yoğurt’, of Turkic origin, is the word from which the Greek word, ‘γιαούρτι’ (yiaourti), descends. Strained yoghurt from Albania is called ‘kos’, and in Iceland, it’s called ‘skyr’, etc.

Loukoumades = Lokma in Turkish = Petulla in Albanian = Zeppole in Italian, etc. It’s fried dough!

Λίγο αργότερα ο ίδιος χρήστης γράφει κάτι εξίσου ενδιαφέρον:

up until the end of the Ottoman Empire, Greece was a culturally, religiously and ethnically diverse place. This is reflected in its cuisine, in the same way that tomato sauce on a pizza reflects Italian contact with Native American populations.

΄Οσοι Έλληνες έχουμε ταξιδέψει λίγο παραέξω από την Ελλάδα, γνωρίζουμε πως η κουζίνα μας έχει επηρεαστεί από άλλους πολιτισμούς. Η συμβολή της οθωμανικής μαγειρικής στην Ελληνική κουζίνα είναι σημαντική.

Η δική μας συμβολή στη διεθνή μαγειρική ήταν η παρουσίαση πολλών γεύσεων σε ένα ευρύτερο και κοσμοπολίτικο κοινό. Δηλαδή, μπακλαβάς και γύρος υπήρχαν στις ΗΠΑ και πριν την μεγάλη μετανάστευση των Ελλήνων. Αλλά με τους Έλληνες διαδόθηκαν τα πιάτα αυτά σε όλες τις πολιτείες και έγιναν commodity foods. Το δικό μας πλεονέκτημα δηλαδή ήταν στο market positioning.

Αυτό το πλεονέκτημα πλέον εξανεμίζεται σήμερα.

Οι δικοί μας λουκουμάδες χάνουν έδαφος στις νότιες πολιτείες, από τα κεντροαμερικανικά churros. Στις μεγαλουπόλεις το döner συναγωνίζεται τον γύρο. Το τζατζίκι χάνει έδαφος στο hummus. Στο λάδι μας έχουν νικήσει κατά κράτος οι Ιταλοί.

Η αξία του διατροφικού πολιτισμού μας εντοπίζεται — κατά τη γνώμη μου — στην ικανότητά μας να δανειζόμαστε στοιχεία από άλλες κουζίνες, να τα βελτιώνουμε ή και να τα απλοποιούμε για καθημερινή χρήση, και να τα διαδίδουμε. Να διασυνδέουμε δηλαδή πολιτιστικά αφηγήματα, μέσω διατροφής, όπως άλλωστε κάναμε με το θέατρο, την ραψωδία, και άλλες τέχνες. Αν τα τελευταία χρόνια, σε μια απέλπιδα κίνηση ανερμάτισμου εθνικισμού προσπαθήσαμε να επιβάλλουμε την ιστορική πρωτοκαθεδρεία της Ελληνικής μαγειρικής, χάσαμε πολύτιμο χρόνο. Και το λάθος αυτό το πληρώνουμε σήμερα.

Share