Άδραστος VIII

[…] ΕΓΩ ΣΕ ΣΥΜΦΟΡΗΙ ΠΕΠΛΗΓΜΕΝΟΝ ΑΧΑΡΙ, ΤΗΝ ΤΟΙ ΟΥK ΟΝΕΙΔΙΖΩ, ΕΚΑΘΗΡΑ ΚΑΙ ΟΙΚΙΟΙΣΙ ΥΠΟΔΕΞΑΜΕΝΟΣ ΕΧΩ

Απόψε φάνηκε στο σπίτι μου ο Άδραστος
με χέρια ματωμένα
σκιά του εαυτού του
γυρεύοντας μια φωτεινή γωνιά στον κήπο μου
να ξαποστάσει από το βάρος του κακού

Τον κέρασα κρασί, στο σπίτι μου τον κάλεσα να μείνει πρόσφυγας
ικέτης
δεν του μίλησα για το κακό που έβαψε τα χέρια του αίμα αδερφικό.

Εγώ ο μέγας νήπιος με δόρι όπλισα του Άτυ τον φονιά.
Πού νά ‘ξερα. Τα χρησμικά πώς να μαντέψω;
Ο άφωνος έβρισκε τη φωνή του
εγώ κατέστρεφα μια τρανή αυτοκρατορία
— με γέλασε η Πυθία

Βασίλεψα για χρόνους δεκατέσσερεις
και μέρες δεκατέσσερεις πολέμησα πριν πέσω
Πάνω στην πυρά βρε Σόλωνα σε θυμήθηκα.

Share