Δρομολόγιο Δεύτερο

Περνούν τα τρένα ασταμάτητα
κυπαρίσσια στις άκρες των χωριών
και λασπωμένα ποτάμια.

Με τα λίγα μάθαμε
με τα πολλά μάθαμε.

Περνούν τα τρένα και ξεθωριάζει η μνήμη.

Σε φίλησα μια φορά στη Θεσσαλονίκη
σε φίλησα μια φορά στο Μόλυβο
και μετά στο καραβάκι στα Λαλάρια
στο όνειρό μου μετά κάθε βράδι
μ’ ένα στεγνό δάκρι σου ‘λεγα καληνύχτα

Περνούν τα τρένα και ξεθωριάζει η μνήμη
Ήσουν όμορφη.
Με τα λίγα έμαθα
με τα πολλά έμαθα.

Τί γυρεύουμε, ρωτησε μια νύχτα ο Στράτος.
Τον δικό μας επιτάφιο σηκώνουμε, μουρμούρισε
στα τρένα στους σταθμούς περιφορά μια ζωή.

Περνούν τα τρένα, ξεθωριάζει η μνήμη
και τοκίζεται το δάκρι.

Θυμήθηκα τη φωνή σου μια στιγμή
και πήρε να γλυκοχαράζει.

Περνούν τα τρένα αργά και ξεθωριάζει η μνήμη.
Ήμουν εδώ. Είμαι εδώ.

Πού είμαστε, ρωτούσε ο Στράτος.
Σε αγαπούσε, είπε.
Πέρασαν τα τρένα και ξεθώριασε η μνήμη.
Ποιά είσαι; Θεά στις παραλίες του Ομήρου,
κόρη δροσερή, Ναυσικά, δεν θυμάμαι.
Το δάκρι σου μόνο θυμάμαι
κρύσταλλο μες στην ψυχή μου
και την ψυχή σου θυμάμαι που κρατούσα.

Ξέρω τ’ όνομά σου
ξέρω το βάρος της φωνής σου
ξέρω το βήμα της ανάσας σου.

Ξεθώριασε η μνήμη
η γνώση εκεί όπου μέ άγγιξες έμεινε.

Την αγάπησες, είπε ο Στράτος
Την αγάπησες, είπε πάλι καί
πέρασε στην άλλη μεριά του επιτάφιου.

Ώρα να τον σηκώσουμε, φώναξε

Share