Ερασιτέχνες Ιδρυτές;

Άρθρο του Gordon S. Wood, ομότιμου καθηγητή στο πανεπιστήμιο Brown και συγγραφέα, πιό πρόσφατα, του βιβλίου «Empire of Liberty: A History of the Early Republic, 1789-1815», που δημοσιεύτηκε στους New York Times τον Μάιο του 2010.

Το κοινό των Ηνωμένων Πολιτειών ειναι δυσαρεστημένο με το Κογκρέσο. Μια πρόσφατη δημοσκόπηση δείχνει ότι λιγότεροι από το ένα τρίτο των ψηφοφόρων σκοπεύουν να επανεκλέξουν τον βουλευτή της περιφέρειας τους στις εκλογές του Νοεμβρίου. «Δεν υποστηρίζω κάνεναν αυτή την στιγμή», δήλωσε πρόσφατα μια γυναίκα από το Ντεκέιτορ του Ιλλινόι σε δημοσιογράφο της Ουάσιγκτον Ποστ. Όταν ρωτήθηκε για την σκοπιμότητα της εκλογής νέων βουλευτών στο Κογκρέσο, σημείωσε: «Όταν ιδρύθηκε η χώρα, οι ιδρυτές ήταν όλοι αρχάριοι. Πόσο άσχημο μπορεί να είναι;»

Στην πραγματικότητα, οι ιδρυτές μας δεν ήταν καθόλου αρχάριοι: οι άνδρες που ηγήθηκαν της επανάστασης εναντίον του Βρετανικού στέματος και δημιούργησαν τους πολιτικούς θεσμούς μας, ήταν οι ίδιοι έμπειροι κυβερνήτες. Ο Τζορτζ Ουάσιγκτον, ο Τόμας Τζέφερσον, ο Σάμιουελ Άνταμς και ο Τζον Άνταμς ήταν όλοι μέλη των αντίστοιχων τους αποικιακών κοινοβουλίων αρκετά χρόνια πριν από την Διακύρηξη της Ανεξαρτησίας. Πιό συγκεκριμένα, οι Επαναστάτες βασίζονταν σε μια παράδοση αυτοδιακυβέρνησης ενός και πλέον αιώνα. Οι κάτοικοι της Βιρτζίνια εξέλεγαν τους τοπικούς δικαστές και αντιπροσώπους στην πολιτειακή Βουλή. Ο λαός της Μασαχουσέτης συγκεντρώνονταν στις πλατείες των πόλεων και των χωριών και εξέλεγαν τα μέλη της Γενικής Αυλής, του πολιτειακού Κοινοβουλίου.

Βέβαια, οι γυναίκες, οι σκλάβοι και οι άνδρες που δεν κατείχαν περιουσία δεν είχαν δικαίωμα ψήφου. Παρ’ όλα αυτά, στα μέσα του 18ου αιώνα τα δύο τρίτα των ενήλικων λευκών ανδρών μπορούσαν να ψηφίσουν. Αυτό ήταν το μεγαλύτερο ποσοστό λαϊκής συμμετοχής στον κόσμο. Σε αντίθεση, μόνο το ένα έκτο των ενήλικων ανδρών στην Αγγλία μπορούσαν να ψηφίσουν για την εκλογή μελών του Κοινοβουλίου.

Εάν θα ήθελε κανείς να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους η Γαλλική επανάσταση εκφυλίσθηκε και κατέληξε στην βία και την δικτατορία ενώ η Αμερικανική επανάσταση όχι, δεν υπάρχει καλύτερη απάντηση από του ότι οι Αμερικανοί ήταν έμπειροι στην αυτοδιακυβέρνηση, ενώ οι Γάλλοι δεν ήταν. Στην Γαλλία του 18ου αιώνα κανείς δεν ψήφιζε ενώ η Εθνοσυνέλευση δεν είχε συγκληθεί από το 1614. Η Αμερικανική Επανάσταση ξέσπασε εκείνη τη χρονική στιγμή γιατί η Βρετανική Κυβέρνηση προσπάθησε, από το 1760, να αναμιχθεί σε αυτή τη μακρά παράδοση λαϊκής διακυβέρνησης.

Βεβαίως, μέρος αυτής της παράδοσης διακυβέρνησης αποτελούσε πάντα η βαθειά καχυποψία για την πολιτική εξουσία και ειδικά για την εκτελεστική εξουσία. Συνεπακόλουθα, μετά την διακύρηξη της ανεξαρτησίας, όταν οι Αμερικανοί συνέταξαν τα επαναστατικά πολιτειακά συντάγματα τους, το 1776, οι περισσότερες πολιτείες περιόρισαν τον αριθμό των ετήσιων θητειών που θα μπορούσαν να υπηρετήσουν οι εκλεγμένοι κυβερνήτες τους.

«Μια μακρά παραμονή στα ανώτερα κλιμάκια της εκτελεστικής εξουσίας ή των δημόσιων αξιωμάτων είναι επικίνδυνη για την ελευθερία», διακύρηξε το Σύνταγμα του Μέρυλαντ. «Γι’ αυτό, εναλλαγή στα αξιώματα αυτά είναι μιά από τις καλύτερες εγγυήσεις συνεχούς ελευθερίας». Επιπλέον της επιβολής περιορισμών στις θητείες της πολυπρόσωπης εκτελεστικής εξουσίας, το ριζοσπαστικό σύνταγμα της Πενσυλβάνιας του 1776 οριοθετούσε ότι ύστερα από τέσσερις μονοετείς θητείες ακόμη και οι βουλευτές θα έπρεπε να αποχωρήσουν για να «επιστρέψουν και να αναμιχθούν με τον λαό και να αισθανθούν με την άνεση τους τα αποτελέσματα των νόμων που ψήφισαν».

Παράλληλα, τα Άρθρα της Συνομοσπονδίας επίσης προέβλεπαν ότι κανένας εκπρόσωπος πολιτείας στο Κογκρέσο δεν θα μπορούσε να υπηρετήσει για πάνω από τρία χρόνια κάθε περίοδο έξι ετών.

Στην δεκαετία μετά την Διακύρηξη της Ανεξαρτησίας, όμως, πολλοί Αμερικανοί πολιτικοί ξανασκέφτηκαν τις αποφάσεις που είχαν λάβει εν μέσω του λαϊκού ενθουσιασμού του 1776. Καθώς πολλά πολιτειακά κοινοβούλια άλλαζαν περίπου τη μισή σύνθεση τους κάθε χρόνο και ψήφιζαν μια πλειάδα κακογραμμένων και άδικων νόμων, φάνηκε ότι το ζητούμενο ήταν η σταθερότητα και η εμπειρία.

Έτσι, πολλοί ηγέτες μετά το 1780 πρότειναν σημαντικές αλλαγές στις συνταγματικές δομές των πολιτειών τους, συμπεριλαμβανόμενης της κατάργησης του περιορισμού των επιτρεπόμενων θητειών. Στην Πενσυλβάνια, οι αναμορφωτές αυτοί κατήργησαν την υποχρεωτική εναλλαγή στα αξιώματα με το σκεπτικό ότι «το δικαίωμα του λαού στο εκλέγειν περιορίζεται μέχρι σήμερα από την αδυναμία τους να εκλέξουν τους εκπροσώπους που επιθυμούν».

Το νέο ομοσπονδιακό Σύνταγμα, που ήταν αντίδραση στον υπερβολικό λαϊκισμό της δεκαετίας του 1780, επίσης κατήργησε οτιδήποτε θα μπορούσε να εκληφθεί ως περιορισμός στο δικαίωμα του εκλέγεσθαι, προς απογοήτευση του Τόμας Τζέφερσον και πολλών άλλων, που ένοιωθαν άβολα από τις εξαιρετικές εξουσίες του Προέδρου. Ο Τζέφερσον πίστευε ότι χωρίς περιορισμούς στον αριθμό επιτρεπόμενων θητειών, ο Πρόεδρος θα επανεκλέγετο συνεχώς και, έτσι, θα ήταν ισόβιος. Όταν εξελέγη Πρόεδρος, ο Τζέφερσον αποχώρησε ύστερα από δύο θητείες και έτσι τίμησε το προηγούμενο που είχε δημιουργήσει ο Ουάσιγκτον – ένα προηγούμενο που τελικά ενσωματώθηκε στο Σύνταγμα με την 22α Τροπολογία του 1951.

Αν και ο περιορισμός του δικαιώματος επανεκλογής έχει περιορισθεί στο αξίωμα του Πρόεδρου, ο φόβος της εδραιωμένης και αποστασιοποιημένης πολιτικής εξουσίας, όπως δείχνει η σημερινή δυσαρέσκεια με το Κογκρέσο, παραμένει πάντα μέρος του Αμερικανικού λαϊκού χαρακτήρα. Όμως, ακριβώς επειδή είμαστε τόσο θορυβώδης και δημοκρατικός λαός, όπως γνώριζαν πολύ καλά οι συγγραφείς του Συντάγματος του 1787, έχουμε μάθει ότι μια κυβέρνηση εναλασσόμενων ερασιτεχνών δεν μπορεί να διαθέτει τη σταθερότητα και τη συνέχεια που απαιτεί η τεράστα χώρα μας.

Μετάφραση: Περικλή Φ. Κωνσταντινίδη.

Share